Κάθε φορά που γράφουμε, αφήνουμε κάτι πίσω μας.

Μπορεί να είναι μια σκέψη που δεν είπαμε ποτέ δυνατά. Ένας φόβος που δεν παραδεχτήκαμε ούτε στον εαυτό μας. Μια ανάμνηση που έχουμε αλλάξει τόσες φορές μέσα στο μυαλό μας, ώστε πια δεν ξέρουμε ποια ήταν η πραγματική της μορφή.

Μπορεί να είναι ακόμη και κάτι που δεν μας συνέβη ποτέ.

Γιατί δεν χρειάζεται να γράφεις τη ζωή σου για να γράψεις τον εαυτό σου.

Βρίσκεσαι μέσα στις λέξεις σου με τρόπους που δεν καταλαβαίνεις πάντα. Στον τρόπο που περιγράφεις έναν άνθρωπο. Στην απόφαση να κάνεις έναν χαρακτήρα να φύγει ή να μείνει. Στη σιωπή που επιλέγεις ανάμεσα σε δύο προτάσεις. Σε εκείνη τη σκηνή που επιμένεις να γράφεις, παρόλο που ίσως θα μπορούσες εύκολα να την παραλείψεις.

Κάτι δικό σου υπάρχει εκεί.

Ίσως γι’ αυτό η συγγραφή είναι, με έναν τρόπο, μια πράξη έκθεσης.

Όχι επειδή ο συγγραφέας αποκαλύπτει απαραίτητα γεγονότα από τη ζωή του. Αλλά επειδή αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο.

Και αυτό είναι πολύ πιο προσωπικό.

Μπορείς να αλλάξεις τα ονόματα. Να αλλάξεις τις εποχές, τις πόλεις, τα πρόσωπα. Μπορείς να δημιουργήσεις έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον δικό σου. Μπορείς να γράψεις για ανθρώπους που δεν γνώρισες ποτέ και για γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ.

Κι όμως, κάπου μέσα σε όλα αυτά θα υπάρχεις.

Θα υπάρχει ο τρόπος που φοβάσαι.

Ο τρόπος που αγαπάς.

Ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι την απώλεια.

Ο τρόπος που πιστεύεις ότι οι άνθρωποι μπορούν να πληγώσουν ο ένας τον άλλον.

Ο τρόπος που κοιτάζεις τη σιωπή.

Ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο πράγμα στη συγγραφή: μπορείς να κρυφτείς μέσα σε μια ιστορία και ταυτόχρονα να αποκαλυφθείς.

Κάποιες φορές μάλιστα, γράφεις κάτι και μόνο αργότερα καταλαβαίνεις γιατί το έγραψες.

Μια φράση που σου φαίνεται τυχαία.

Ένας χαρακτήρας που αντιδρά με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Ένα τέλος που δεν είχες σχεδιάσει.

Και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η ιστορία σου μιλάει για κάτι που ίσως δεν είχες ακόμη το θάρρος να ονομάσεις.

Δεν είναι απαραίτητα εξομολόγηση.

Είναι περισσότερο μια αποκάλυψη.

Όχι προς τον αναγνώστη.

Προς εσένα.

Γι’ αυτό και υπάρχουν σελίδες που δυσκολευόμαστε να γράψουμε. Όχι επειδή δεν ξέρουμε τις λέξεις, αλλά επειδή ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνουν.

Υπάρχουν χαρακτήρες που μας τρομάζουν επειδή μοιάζουν περισσότερο μαζί μας απ’ όσο θα θέλαμε.

Υπάρχουν σκηνές που καθυστερούμε να ολοκληρώσουμε.

Και υπάρχουν ιστορίες που θέλουμε να γράψουμε, αλλά φοβόμαστε τι μπορεί να αποκαλύψουν για εμάς.

Κάπου εκεί η συγγραφή παύει να είναι απλώς δημιουργία.

Γίνεται συνάντηση.

Με τον εαυτό μας.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες της: δεν μπορείς να ελέγξεις απόλυτα τι θα βγει από μέσα σου όταν αρχίσεις πραγματικά να γράφεις.

Μπορείς να ελέγξεις την πλοκή.

Μπορείς να αλλάξεις έναν χαρακτήρα.

Μπορείς να διαγράψεις μια παράγραφο.

Αλλά δεν μπορείς πάντα να ελέγξεις αυτό που βρίσκεται πίσω από τις λέξεις.

Και ίσως δεν πρέπει.

Γιατί αν προσπαθήσεις να κάνεις το κείμενο απολύτως ασφαλές, απολύτως ελεγχόμενο και απολύτως απαλλαγμένο από εσένα, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει άψογο αλλά άδειο.

Οι λέξεις χρειάζονται κάτι από εμάς.

Ένα ίχνος.

Μια ατέλεια.

Μια αλήθεια.

Κάτι που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε πλήρως.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε βιβλίο πρέπει να είναι μια εξομολόγηση. Ούτε ότι ο συγγραφέας οφείλει να αποκαλύπτει τη ζωή του στους αναγνώστες.

Μερικά από τα πιο προσωπικά πράγματα που γράφουμε μπορεί να είναι εντελώς φανταστικά.

Γιατί η αλήθεια της λογοτεχνίας δεν βρίσκεται πάντοτε στα γεγονότα.

Βρίσκεται στο συναίσθημα.

Στον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος κοιτάζει έναν άλλον.

Στη στιγμή που κάποιος επιλέγει να φύγει.

Στη στιγμή που κάποιος μένει ενώ θα έπρεπε να φύγει.

Σε έναν φόβο που δεν ομολογείται.

Σε μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ.

Εκεί μπορεί να κρύβεται ένα κομμάτι μας.

Και όταν το βιβλίο τελειώσει, όταν η τελευταία πρόταση γραφτεί και η ιστορία απομακρυνθεί λίγο από εμάς, μένει αυτή η παράξενη αίσθηση ότι κάτι αφήσαμε πίσω.

Ένα κομμάτι μας βρίσκεται πλέον εκεί.

Σε μια σελίδα.

Σε μια παράγραφο.

Σε έναν χαρακτήρα που δεν υπάρχει πραγματικά και όμως, για κάποιο διάστημα, έζησε μέσα μας.

Ίσως γι’ αυτό μερικοί συγγραφείς δυσκολεύονται να αποχωριστούν τα βιβλία τους.

Γιατί δεν αποχωρίζονται απλώς ένα κείμενο.

Αποχωρίζονται κάτι που κάποτε ήταν δικό τους.

Κάτι που γεννήθηκε μέσα τους, μεγάλωσε μέσα τους και τελικά πήρε τη δική του μορφή.

Και από τη στιγμή που το αφήνουν να βγει στον κόσμο, δεν μπορούν πλέον να αποφασίσουν τι θα σημαίνει για τον καθένα που θα το διαβάσει.

Αυτό είναι και το πιο όμορφο και το πιο τρομακτικό κομμάτι.

Να αφήνεις κάτι τόσο δικό σου και να αποδέχεσαι ότι κάποιος άλλος θα το κοιτάξει με τα δικά του μάτια.

Θα το ερμηνεύσει διαφορετικά.

Θα αγαπήσει έναν χαρακτήρα που εσύ δεν αγαπάς.

Θα φοβηθεί σε μια σκηνή που για σένα ήταν απλώς μια σκηνή.

Θα αναγνωρίσει τον εαυτό του σε μια φράση που γράφτηκε για έναν εντελώς διαφορετικό λόγο.

Και τότε το κομμάτι του εαυτού σου που άφησες στις λέξεις θα πάψει να είναι μόνο δικό σου.

Θα έχει συναντήσει κάποιον άλλον.

Ίσως τελικά αυτό να είναι η συγγραφή.

Να παίρνεις κάτι που υπάρχει μόνο μέσα σου και να του δίνεις μια μορφή που μπορεί να ταξιδέψει.

Να αφήνεις πίσω σου όχι ολόκληρο τον εαυτό σου — αυτό δεν γίνεται.

Μόνο ένα κομμάτι.

Όσο χρειάζεται.

Και ίσως αυτό το μικρό κομμάτι, κάποτε, να γίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο μέσα σε έναν άλλον άνθρωπο.