Πριν υπάρξει η πρώτη λέξη, υπάρχει πάντα κάτι άλλο.

Μια εικόνα.

Μια σκέψη.

Μια ερώτηση.

Ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ξαφνικά στο μυαλό σου και δεν φεύγει.

Μερικές φορές είναι κάτι πολύ μικρό. Μια κίνηση που παρατήρησες στον δρόμο. Ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζεις και, παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο θέλεις να μάθεις την ιστορία του. Μια φράση που άκουσες τυχαία. Ένα δωμάτιο. Ένα βλέμμα. Ένα σπίτι με ένα αναμμένο φως μέσα στη νύχτα.

Η ιστορία μπορεί να αρχίσει από οπουδήποτε.

Και το παράξενο είναι ότι συνήθως δεν καταλαβαίνεις τη στιγμή που αρχίζει.

Δεν λες: «Αυτό είναι. Αυτή θα είναι η επόμενη ιστορία μου.»

Απλώς κάτι μένει.

Το σκέφτεσαι ξανά.

Και μετά ξανά.

Μπορεί να περάσουν μέρες. Ή εβδομάδες.

Η ζωή συνεχίζεται κανονικά, αλλά κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού σου υπάρχει εκείνη η μικρή εικόνα που αρνείται να εξαφανιστεί.

Και ίσως τότε να αρχίζει πραγματικά η συγγραφή.

Όχι όταν ανοίγεις τον υπολογιστή.

Αλλά πολύ νωρίτερα.

Στη σιωπή.

Στις στιγμές που δεν γράφεις.

Στο λεωφορείο, στο περπάτημα, ενώ μαγειρεύεις, πριν κοιμηθείς. Στις άσχετες στιγμές της ημέρας, όταν ξαφνικά εμφανίζεται μια πρόταση που δεν είχες προσπαθήσει να σκεφτείς.

Κάποιες φορές μια ιστορία μεγαλώνει μέσα σου χωρίς να το καταλάβεις.

Αποκτά πρόσωπα.

Αποκτά χώρο.

Αποκτά παρελθόν.

Και κάποια στιγμή αποκτά και φωνή.

Τότε έρχεται η δύσκολη στιγμή.

Η πρώτη λέξη.

Ακούγεται απλό.

Δεν είναι.

Η πρώτη λέξη έχει κάτι τρομακτικό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η ιστορία μπορεί να είναι τα πάντα. Μπορεί να πάρει οποιαδήποτε μορφή. Μπορεί να γίνει μεγάλη, μικρή, σκοτεινή, αστεία, παράλογη, όμορφη.

Μόλις όμως γράψεις την πρώτη λέξη, αρχίζεις να της δίνεις όρια.

Και μαζί με την πρώτη λέξη έρχεται η ευθύνη της δεύτερης.

Και μετά της τρίτης.

Και ξαφνικά βρίσκεσαι μέσα σε μια διαδρομή από την οποία δεν ξέρεις ακόμη πού θα βγεις.

Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που η πρώτη σελίδα είναι τόσο δύσκολη.

Όχι επειδή δεν έχουμε λέξεις.

Αλλά επειδή έχουμε πάρα πολλές πιθανότητες.

Πώς αρχίζει μια ιστορία;

Από το τέλος;

Από μια ανάμνηση;

Από έναν θάνατο;

Από μια συνηθισμένη μέρα που αργότερα θα αποδειχθεί ότι δεν ήταν καθόλου συνηθισμένη;

Δεν υπάρχει σωστή απάντηση.

Υπάρχει μόνο η αρχή που κάποια στιγμή μοιάζει σωστή.

Και ακόμη κι αυτή μπορεί να αλλάξει.

Γιατί η συγγραφή δεν είναι πάντα μια ευθεία διαδρομή.

Γράφεις μια σελίδα και επιστρέφεις στην προηγούμενη. Διαγράφεις μια παράγραφο που αγαπούσες. Αλλάζεις μια λέξη. Μετακινείς μια σκηνή. Συνειδητοποιείς ότι ο χαρακτήρας σου δεν μπορεί να κάνει αυτό που είχες αποφασίσει να κάνει.

Και τότε πρέπει να τον ακούσεις.

Η ιστορία αρχίζει να σου δείχνει μόνη της τον δρόμο.

Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο σημείο της διαδικασίας.

Όταν σταματάς να προσπαθείς να ελέγξεις τα πάντα.

Όταν επιτρέπεις στην ιστορία να σε εκπλήξει.

Γιατί η πρώτη λέξη δεν είναι μόνο η αρχή μιας ιστορίας.

Είναι και η αρχή μιας ανακάλυψης.

Δεν ξέρεις πάντα ποιος είναι πραγματικά ο ήρωάς σου μέχρι να τον αφήσεις να μιλήσει.

Δεν ξέρεις πάντα τι θέλει μέχρι να τον βάλεις μπροστά σε ένα εμπόδιο.

Δεν ξέρεις πάντα πού θα καταλήξεις μέχρι να προχωρήσεις.

Και ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους που γράφουμε.

Για να μάθουμε.

Όχι μόνο τι θα συμβεί στους χαρακτήρες μας, αλλά και τι μπορούμε να ανακαλύψουμε εμείς μέσα από αυτούς.

Υπάρχουν, βέβαια, και οι μέρες που η πρώτη λέξη δεν έρχεται.

Κάθεσαι μπροστά στην οθόνη και κοιτάζεις μια λευκή σελίδα.

Περιμένεις.

Σβήνεις.

Ξαναγράφεις.

Αμφιβάλλεις.

Ίσως τελικά η ιδέα να μην ήταν τόσο καλή όσο νόμιζες.

Ίσως να μην μπορείς να γράψεις.

Ίσως να μην έχεις τίποτα να πεις.

Και τότε, κάποια στιγμή, γράφεις μία πρόταση.

Μόνο μία.

Και η σελίδα δεν είναι πια λευκή.

Αυτό από μόνο του μπορεί να είναι αρκετό.

Γιατί η συγγραφή δεν απαιτεί πάντα να ξέρεις πώς θα τελειώσεις.

Απαιτεί μόνο να τολμήσεις να αρχίσεις.

Η πρώτη λέξη δεν χρειάζεται να είναι τέλεια.

Ούτε η πρώτη πρόταση.

Ούτε η πρώτη σελίδα.

Μπορούν να αλλάξουν.

Μπορούν να διορθωθούν.

Μπορούν ακόμη και να διαγραφούν.

Αυτό που δεν μπορεί να διορθωθεί είναι μια ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ επειδή φοβηθήκαμε την πρώτη λέξη.

Και ίσως, τελικά, η διαδρομή προς τη συγγραφή να μην είναι μια διαδρομή προς ένα βιβλίο.

Να είναι μια διαδρομή προς εκείνη τη στιγμή που αποφασίζεις να εμπιστευτείς μια ιδέα αρκετά ώστε να της δώσεις χώρο να υπάρξει.

Να πάρεις κάτι άμορφο από μέσα σου και να το τοποθετήσεις πάνω σε μια λευκή σελίδα.

Μια λέξη.

Μετά άλλη μία.

Και άλλη μία.

Μέχρι που, χωρίς να το καταλάβεις, η πρώτη λέξη έχει γίνει πρόταση.

Η πρόταση έχει γίνει σελίδα.

Η σελίδα έχει γίνει ιστορία.

Και η ιστορία, κάποτε, μπορεί να γίνει βιβλίο.

Όλα ξεκινούν όμως από το ίδιο πράγμα.

Από τη στιγμή που, μπροστά σε μια λευκή σελίδα, αποφασίζεις να γράψεις την πρώτη λέξη.