Υπάρχει μια βολική ψευδαίσθηση γύρω από την τελευταία σελίδα. Βάζεις την τελεία, κλείνεις το αρχείο και κοιτάζεις την οθόνη με την πεποίθηση ότι το κείμενο ολοκληρώθηκε.

Στην πραγματικότητα, καμία ιστορία δεν σταματά στην τελευταία της λέξη.

Δεν κλείνεις εύκολα όσα έζησες γράφοντας. Κάποιοι ήρωες παραμένουν μέσα σου, κάποιες σκηνές επιμένουν να επιστρέφουν και συγκεκριμένες φράσεις σε ακολουθούν ακόμη κι όταν έχεις προχωρήσει στο επόμενο έργο. Χρόνια μετά, μπορεί να αναρωτηθείς τι απέγινε ένας χαρακτήρας, αν δικαιώθηκε ή αν υπέκυψε σε όσα φοβόσουν για εκείνον. Οι ιστορίες δεν μας εγκαταλείπουν όταν τελειώνουν· απλώς μετατοπίζονται από το πληκτρολόγιο στη μνήμη.

Και από τη μνήμη περνούν, αναπόφευκτα, στα χέρια κάποιου άλλου.

Κατά κάποιον τρόπο, γίνεσαι συγγραφέας από την αδήριτη εσωτερική ανάγκη να αφήσεις κάτι πίσω σου, να πεις μια αλήθεια που θα αντέξει στη φθορά και θα μείνει στην αιωνιότητα. Αυτή είναι η ουσιαστική λειτουργία της γραφής: να αφήνεις κάτι να συνεχιστεί χωρίς εσένα.

Από τη στιγμή που το κείμενο φτάνει στον αναγνώστη, αυτονομείται πλήρως. Εκείνος θα αγαπήσει έναν χαρακτήρα που εσύ προσπέρασες, θα σταθεί σε μια λεπτομέρεια που σχεδόν είχες ξεχάσει και θα δώσει το δικό του νόημα σε πράγματα που δεν είχες καν υπολογίσει.

Για τον συγγραφέα, η διαδικασία δεν έχει οριστικό φινάλε. Έχει μόνο παύσεις.

Πίσω από κάθε τελευταία τελεία καραδοκεί ήδη η επόμενη αφορμή. Ένα καινούργιο, άδειο κομμάτι χαρτί, δυο-τρία ονόματα, ένας άλλος τόπος και η πρώτη λέξη που ζητά να γραφτεί.

Η τελευταία σελίδα μετατρέπεται αθόρυβα σε αρχή, δεμένη με την προηγούμενη από ένα αόρατο νήμα ανάγκης που δεν εξαντλείται ποτέ.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά η συγγραφή: όχι το τέλος μιας ιστορίας, αλλά η ατέρμονη ανάγκη να αρχίζεις ξανά.