Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισα να αγαπώ τις λέξεις.
Θυμάμαι όμως τον εαυτό μου να γράφει.
Να γράφει και να σβήνει. Να ξαναγράφει. Να διαβάζει αυτό που είχε γράψει και να μην του αρέσει. Να αλλάζει μια λέξη, μετά μια άλλη. Να ξαναδιαβάζει από την αρχή. Να σβήνει πάλι.
Μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή που θα το διάβαζα και θα μου άρεσε.
Όχι επειδή ήταν τέλειο.
Αλλά επειδή, επιτέλους, έμοιαζε με αυτό που είχα μέσα στο μυαλό μου.
Ήμουν παιδί ακόμη και δεν μπορούσα να ξέρω ότι αυτή η επίμονη ανάγκη να διορθώνω, να ξαναγράφω, να ψάχνω κάτι καλύτερο, ήταν ίσως η πρώτη μου σχέση με τη συγγραφή.
Για μένα ήταν απλώς κάτι που έκανα.
Έγραφα.
Έσβηνα.
Ξανάγραφα.
Και ξανά.
Θυμάμαι την αγαπημένη μου δασκάλα, την κυρία Λίτσα.
Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν χρειάζεται να μείνουν για πολλά χρόνια στη ζωή σου για να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Έφυγε νωρίς. Κι όμως, η φωνή της υπάρχει ακόμη μέσα σε κάποιες από τις αναμνήσεις μου.
Θυμάμαι να με κοιτάζει και να λέει χαρακτηριστικά:
«Η Έμυ σβήνει, γράφει συνέχεια…»
Το έλεγε για μένα.
Και ίσως τότε να το άκουγα απλώς σαν μια παρατήρηση.
Σήμερα, όμως, όταν θυμάμαι αυτή τη φράση, χαμογελώ.
Γιατί πράγματι.
Η Έμυ έσβηνε.
Η Έμυ έγραφε συνέχεια.
Και μάλλον δεν έχει αλλάξει και πολύ από τότε.
Δεν μου αρκούσε να έχω κάτι γραμμένο.
Ήθελα να το διαβάσω και να μου αρέσει.
Ήθελα να ακούγεται σωστό.
Να έχει ρυθμό.
Να λέει ακριβώς αυτό που ήθελα να πω.
Κι αν κάτι με ενοχλούσε, ακόμη κι αν δεν μπορούσα να εξηγήσω τι ήταν, το έσβηνα.
Μερικές φορές άλλαζα μία μόνο λέξη.
Και ξαφνικά ολόκληρη η πρόταση μου φαινόταν διαφορετική.
Άλλες φορές έσβηνα μια ολόκληρη παράγραφο.
Και την ξανάγραφα από την αρχή.
Ίσως γιατί από μικρή είχα την αίσθηση πως οι λέξεις έχουν βάρος.
Πως δεν είναι όλες ίδιες.
Πως μια λέξη μπορεί να μαλακώσει κάτι, μια άλλη να το κάνει σκληρότερο.
Μια λέξη μπορεί να φέρει έναν άνθρωπο κοντά.
Μια άλλη μπορεί να τον απομακρύνει.
Μπορεί να αλλάξει μια εικόνα, ένα συναίσθημα, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε κάτι.
Και όσο μεγάλωνα, τόσο περισσότερο το καταλάβαινα.
Οι λέξεις δεν είναι απλώς λέξεις.
Κουβαλούν ανθρώπους.
Κουβαλούν στιγμές.
Κουβαλούν πράγματα που είπαμε, αλλά και πράγματα που δεν είπαμε ποτέ.
Πολλές φορές σκέφτομαι πως ίσως οι άνθρωποι γράφουν για διαφορετικούς λόγους.
Κάποιοι γράφουν για να μιλήσουν.
Κάποιοι για να θυμηθούν.
Κάποιοι για να ξεχάσουν.
Κάποιοι για να τους ακούσει κάποιος.
Και κάποιοι ίσως γράφουν επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.
Εγώ δεν ξέρω πότε ακριβώς η γραφή έγινε ανάγκη.
Ξέρω μόνο πως υπήρχε πάντα κάπου.
Ακόμη κι όταν δεν έγραφα.
Ακόμη κι όταν οι μέρες περνούσαν χωρίς να γεμίζει καμία σελίδα.
Οι λέξεις συνέχιζαν να υπάρχουν στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Μια φράση που άκουσα.
Ένα πρόσωπο που είδα.
Ένα βλέμμα.
Μια εικόνα.
Μια μυρωδιά.
Ένα περιστατικό που φαινομενικά δεν είχε καμία σημασία.
Κι ύστερα, κάποια στιγμή, κάτι από όλα αυτά επέστρεφε.
Και ζητούσε να γραφτεί.
Με γοήτευε πάντα το γεγονός ότι μπορούμε να πάρουμε κάτι άυλο και να του δώσουμε μορφή.
Μια σκέψη.
Ένα συναίσθημα.
Έναν φόβο.
Μια ανάμνηση.
Μια ιστορία.
Να τα βάλουμε πάνω σε μια σελίδα και ξαφνικά να μπορούμε να τα κοιτάξουμε.
Να τα διαβάσουμε.
Να τα αμφισβητήσουμε.
Να τα αλλάξουμε.
Ίσως γι’ αυτό έσβηνα τόσο πολύ.
Γιατί κάθε φορά που ξανάγραφα κάτι, δεν διόρθωνα απλώς ένα κείμενο.
Προσπαθούσα να πλησιάσω λίγο περισσότερο αυτό που ήθελα πραγματικά να πω.
Και αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, καταλαβαίνω πως είναι ίσως ένα από τα δυσκολότερα πράγματα στη συγγραφή.
Δεν είναι πάντα δύσκολο να έχεις κάτι να πεις.
Το δύσκολο είναι να βρεις τον τρόπο να το πεις.
Να βρεις εκείνη τη μία λέξη που δεν περισσεύει.
Εκείνη τη φράση που δεν χρειάζεται να εξηγήσεις.
Εκείνη τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις που λέει περισσότερα από μια ολόκληρη παράγραφο.
Υπάρχουν κείμενα που γράφτηκαν και χάθηκαν.
Σελίδες που δεν ολοκληρώθηκαν.
Ιδέες που έμειναν για χρόνια σε ένα συρτάρι.
Ιστορίες που ξεκίνησαν και δεν έφτασαν ποτέ στο τέλος τους.
Και υπάρχουν άλλες που δεν με άφησαν ήσυχη.
Επέστρεφαν.
Ξανά και ξανά.
Σαν να περίμεναν τη στιγμή που θα ήμουν έτοιμη να τις ακούσω.
Ίσως τελικά οι ιστορίες να μη γεννιούνται τη στιγμή που καθόμαστε μπροστά σε μια λευκή σελίδα.
Ίσως να έχουν αρχίσει πολύ νωρίτερα.
Σε μια παιδική ανάμνηση.
Σε μια κουβέντα.
Σε έναν άνθρωπο που πέρασε από τη ζωή μας.
Σε κάτι που χάσαμε.
Σε κάτι που φοβηθήκαμε.
Σε κάτι που δεν τολμήσαμε να πούμε.
Και περιμένουν.
Μερικές φορές για χρόνια.
Κοιτάζοντας πίσω, σκέφτομαι συχνά εκείνο το παιδί που έγραφε και έσβηνε.
Δεν ήξερε τίποτα για βιβλία.
Δεν ήξερε τίποτα για εκδόσεις.
Δεν ήξερε αν κάποτε κάποιος θα διάβαζε αυτά που έγραφε.
Δεν την ενδιέφερε.
Ήθελε μόνο να της αρέσει αυτό που έβλεπε στη σελίδα.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο καθαρή μορφή της γραφής.
Να γράφεις επειδή κάτι μέσα σου δεν σε αφήνει να μην γράψεις.
Πριν από το κοινό.
Πριν από την αναγνώριση.
Πριν από το «βιβλίο».
Μόνο εσύ και μια λευκή σελίδα.
Και η ανάγκη να βρεις τις σωστές λέξεις.
Σήμερα, κάθε φορά που γράφω και σβήνω, θυμάμαι την κυρία Λίτσα.
«Η Έμυ σβήνει, γράφει συνέχεια…»
Δεν ξέρω αν μπορούσε τότε να φανταστεί πόσο θα με ακολουθούσε αυτή η φράση.
Μπορεί για εκείνη να ήταν μια απλή παρατήρηση.
Για μένα έγινε, χωρίς να το ξέρει, μια μικρή περιγραφή μιας ολόκληρης διαδρομής.
Γιατί ακόμη σβήνω.
Ακόμη ξαναγράφω.
Ακόμη διαβάζω μια παράγραφο και σκέφτομαι πως κάτι δεν είναι ακόμη όπως πρέπει.
Ακόμη ψάχνω τη σωστή λέξη.
Και ίσως να συνεχίσω να το κάνω για πάντα.
Γιατί πλέον ξέρω πως η συγγραφή δεν είναι η προσπάθεια να γράψεις όσο περισσότερο μπορείς.
Είναι η προσπάθεια να αφαιρέσεις ό,τι περισσεύει μέχρι να μείνει μόνο αυτό που πραγματικά θέλεις να πεις.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ένα σβήσιμο και μια καινούργια λέξη, βρίσκεται ίσως η αλήθεια ενός κειμένου.
Ίσως και η δική μας.
Δεν ξέρω αν οι λέξεις με βρήκαν ή αν εγώ τις αναζητούσα πάντα.
Ξέρω μόνο πως ήταν εκεί.
Στα πρώτα μου γραπτά.
Στα τετράδια.
Στις διορθώσεις.
Στις σελίδες που γέμιζαν και ξαναγέμιζαν.
Στις ιστορίες που δεν είπα ποτέ.
Και σε εκείνη τη φράση μιας δασκάλας που έφυγε νωρίς, αλλά άφησε πίσω της κάτι που δεν έσβησε:
«Η Έμυ σβήνει, γράφει συνέχεια…»
Ίσως τελικά να ήταν η πρώτη φορά που κάποιος παρατήρησε κάτι που εγώ τότε δεν μπορούσα ακόμη να ονομάσω.
Την ανάγκη μου να βρίσκω τις λέξεις.
Και ίσως αυτό να είναι όλο.
Να συνεχίζεις να γράφεις.
Να σβήνεις.
Να ξαναγράφεις.
Να ψάχνεις.
Μέχρι κάποια στιγμή να κοιτάξεις τη σελίδα και να νιώσεις πως, αυτή τη φορά, είπες ακριβώς αυτό που ήθελες.
Και τότε να αφήσεις κάτω το μολύβι.
Για λίγο.
Μέχρι την επόμενη λέξη.