Υπάρχει μια ανεπαίσθητη στιγμή στη συγγραφή που τα πάντα μετατοπίζονται. Δεν μπορείς να την εντοπίσεις σε μια συγκεκριμένη σελίδα ούτε σε μια συγκεκριμένη πρόταση, αλλά ξαφνικά οι χαρακτήρες παύουν να είναι απλά εργαλεία της πλοκής. Γίνονται άνθρωποι. Στην αρχή εσύ τους ορίζεις: τους δίνεις όνομα, πρόσωπο, παρελθόν και ελαττώματα. Σταδιακά όμως αρχίζεις να τους κουβαλάς παντού. Τους σκέφτεσαι στις σιωπές σου, αναγνωρίζεις τη φωνή τους σε μια τυχαία κουβέντα στον δρόμο και καταλαβαίνεις τι νιώθουν βαθύτερα απ’ ό,τι καταλαβαίνουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Εκεί ακριβώς γεννιέται το παράδοξο: γνωρίζεις πως δεν υπάρχουν, αλλά συνδέεσαι μαζί τους με έναν απόλυτα πραγματικό τρόπο. Ξέρεις τι κρύβουν όταν φοβούνται, γιατί λένε ψέματα και πότε θα λυγίσουν. Δεν καταγράφεις απλώς τι τους συμβαίνει· πονάς, θυμώνεις και χαίρεσαι μαζί τους. Κι όταν έρχεται η ώρα να γράψεις τη σκηνή που θα τους τσακίσει —μια σκηνή που ίσως σχεδίαζες από την αρχή— διστάζεις. Νιώθεις σχεδόν ένοχος, σαν να διαπράττεις μια προδοσία απέναντι σε πλάσματα που σου εμπιστεύτηκαν τη ζωή τους.
Μπαίνεις στον πειρασμό να τους προστατεύσεις, να βρεις έναν πιο ανώδυνο δρόμο, μέχρι να θυμηθείς ότι η δουλειά σου δεν είναι να τους σώσεις, αλλά να πεις την ιστορία τους. Κανένας άνθρωπος, υπαρκτός ή φανταστικός, δεν εξελίσσεται χωρίς απώλεια και φθορά. Αυτό που κάνει έναν χαρακτήρα αληθινό δεν είναι η βιολογική του υπόσταση, αλλά η αυθεντικότητα του συναισθήματος που προκαλεί: ο φόβος, η μοναξιά και η αγάπη του είναι πέρα για πέρα χειροπιαστά.
Η πιο δύσκολη στιγμή δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία λέξη, αλλά ο αναγκαστικός αποχαιρετισμός. Όταν η ιστορία κλείνει, μένει μια παράξενη, βαριά σιωπή. Συνειδητοποιείς ότι δεν έγραφες απλώς για κάποιους ανύπαρκτους ανθρώπους· για ένα μεγάλο διάστημα, έζησες ουσιαστικά μαζί τους.