Τα λόγια πετούν, αλλά τα γραπτά μένουν. Το ξέρουμε όλοι ως κοινοτοπία, μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιείς το πραγματικό, αμείλικτο βάρος της. Όταν μιλάς, η στιγμή χάνεται στον αέρα· μπορείς να διορθώσεις τον τόνο σου, να ζητήσεις συγγνώμη, να ανασκευάσεις. Το γραπτό όμως δεν σου δίνει δεύτερη ευκαιρία. Μένει εκεί, τυπωμένο στο χαρτί ή στην οθόνη, περιμένοντας να διαβαστεί σήμερα, αύριο ή μετά από δέκα χρόνια.
Αυτό είναι το πιο τρομακτικό σημείο στη συγγραφή: ένα βιβλίο δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Δεν μπορείς να σταθείς δίπλα σε κάθε αναγνώστη για να του εξηγήσεις τι εννοούσες, σε ποια φάση της ζωής σου βρισκόσουν ή ποια ήταν η πραγματική σου πρόθεση. Το κείμενο αποκόπτεται από σένα και ξεκινά μια ανεξέλεγκτη πορεία. Ο αναγνώστης θα το διαβάσει μέσα από τα δικά του τραύματα, τις δικές του εμπειρίες και προκαταλήψεις. Θα αγαπήσει όσα ίσως ήθελες να καταδικάσεις, θα απορρίψει όσα θεωρούσες ιερά και θα κρίνει τον συγγραφέα με μοναδικό στοιχείο τις λέξεις που άφησε πίσω του.
Η σελίδα δεν προστατεύει κανέναν· απλώς διατηρεί.
Λειτουργεί σαν ένα παράξενο απολίθωμα του εαυτού σου. Χρόνια μετά, μπορεί να ανοίξεις μια παλιά σελίδα και να μην αναγνωρίζεις τον άνθρωπο που την έγραψε. Εσύ έχεις αλλάξει, έχεις προχωρήσει, αλλά το κείμενο παραμένει ακλόνητο, αναγκάζοντάς σε να αναμετρηθείς με τον παλιό σου εαυτό: με τους φόβους, την άγνοια ή τις βεβαιότητες μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Από τη στιγμή που μια ιστορία τυπώνεται, ο συγγραφέας χάνει οριστικά τον τελευταίο λόγο. Ο έλεγχος περνά εξ ολοκλήρου στον αναγνώστη. Αυτή είναι η απόλυτη ευθύνη της γραφής: να αποδέχεσαι ότι εκθέτεις ένα κομμάτι σου σε μια κρίση που δεν θα ελέγξεις ποτέ, γνωρίζοντας πως ό,τι γράφτηκε, μένει για πάντα εκεί έξω.