Δεν έχω σχεδιαγράμματα.
Ίσως αυτό να ακούγεται παράξενο όταν μιλάμε για τη συγγραφή ενός βιβλίου. Ίσως μάλιστα κάποιος να φαντάζεται ότι πριν αρχίσει ένα μυθιστόρημα, ο συγγραφέας έχει μπροστά του έναν τεράστιο πίνακα με κεφάλαια, βέλη, σημειώσεις, ανατροπές, χαρακτήρες και ένα λεπτομερές σχέδιο για όλα όσα πρόκειται να συμβούν.
Εγώ δεν λειτουργώ έτσι.
Το δικό μου «σχεδιάγραμμα» μπορεί να χωρέσει σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί.
Δυο-τρία βασικά ονόματα.
Ένα μέρος.
Μια κεντρική αφορμή.
Ίσως μερικές λέξεις ακόμη, μόνο για να μην ξεχάσω μια σκέψη.
Και μετά αρχίζω.
Δεν ξέρω πάντα πού θα πάω.
Ξέρω μόνο από πού ξεκινώ.
Κάποτε πίστευα ότι αυτό σήμαινε πως δεν οργανώνω αρκετά καλά τις ιστορίες μου. Ότι ίσως θα έπρεπε να ξέρω περισσότερα πριν γράψω την πρώτη σελίδα. Να έχω αποφασίσει ποιος θα κάνει τι, πότε θα συμβεί, πώς θα εξελιχθεί η πλοκή και, κυρίως, πώς θα τελειώσει.
Όσο όμως γράφω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι δεν θέλω να ξέρω τα πάντα.
Γιατί τότε τι θα ανακαλύψω;
Η συγγραφή, για μένα, έχει πάντα ένα κομμάτι άγνωστου.
Και κάπου μέσα σε αυτό το άγνωστο εμφανίζονται οι χαρακτήρες.
Στην αρχή είναι δικοί μου.
Τους δημιουργώ εγώ.
Τους δίνω ένα όνομα, ένα πρόσωπο, μια ηλικία, ένα παρελθόν, έναν φόβο, μια επιθυμία. Αποφασίζω πώς θα εμφανιστούν στην ιστορία και τι περίπου χρειάζομαι από τον καθένα.
Μόνο που κάποια στιγμή συμβαίνει κάτι περίεργο.
Τους γνωρίζω καλύτερα.
Και όσο τους γνωρίζω, τόσο λιγότερο μπορώ να τους αναγκάσω να κάνουν πράγματα που δεν τους ταιριάζουν.
Εκεί είναι που αρχίζουν να λένε όχι.
Όχι πάντα με κάποιο θεαματικό τρόπο.
Μερικές φορές είναι απλώς μια αίσθηση.
Γράφω μια σκηνή και κάτι δεν μου κάθεται σωστά.
Ο χαρακτήρας κάνει αυτό που είχα αποφασίσει, αλλά εγώ ξέρω ότι δεν θα το έκανε.
Η σκηνή είναι λογική.
Η πλοκή προχωρά.
Κι όμως, κάτι μέσα μου αντιδρά.
Όχι.
Δεν είναι αυτός.
Και τότε η ιστορία αρχίζει να αλλάζει.
Ένας χαρακτήρας που πίστευα ότι θα φύγει μπορεί να επιλέξει να μείνει.
Ένας άνθρωπος που είχα φανταστεί ως θύμα μπορεί να αντιδράσει με τρόπο που δεν είχα προβλέψει.
Κάποιος που θεωρούσα αδύναμο μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο σκληρός.
Και κάποιος που πίστευα ότι θα κάνει κάτι γενναίο μπορεί, την κρίσιμη στιγμή, να φοβηθεί.
Αν επιμείνω στο αρχικό μου σχέδιο, η ιστορία συνεχίζεται.
Αλλά κάτι χάνεται.
Η αλήθεια της.
Γιατί οι άνθρωποι δεν λειτουργούν σύμφωνα με την πλοκή.
Και αν θέλω οι χαρακτήρες μου να μοιάζουν με ανθρώπους, πρέπει να τους αφήσω να έχουν τη δική τους λογική.
Ακόμη κι όταν αυτή η λογική καταστρέφει τη δική μου.
Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα στη συγγραφή.
Να δεχτείς ότι μπορεί να έχεις μια πολύ ωραία ιδέα και παρ’ όλα αυτά να μην είναι η σωστή ιδέα για τη συγκεκριμένη ιστορία.
Να έχεις αγαπήσει ένα τέλος και να καταλάβεις ότι ο χαρακτήρας σου δεν μπορεί να φτάσει εκεί.
Να έχεις σχεδιάσει μια πορεία και ξαφνικά να πρέπει να την εγκαταλείψεις.
Και δεν είναι εύκολο να εγκαταλείπεις κάτι που έχεις δημιουργήσει.
Γιατί ο συγγραφέας έχει κι αυτός τον εγωισμό του.
Θέλει να έχει δίκιο.
Θέλει η ιστορία να υπακούσει.
Θέλει να πει: «Εγώ το είχα αποφασίσει από την αρχή.»
Όμως η ιστορία δεν ενδιαφέρεται για το τι είχα αποφασίσει.
Ενδιαφέρεται για το αν αυτό που συμβαίνει είναι αληθινό μέσα στον δικό της κόσμο.
Και όταν ένας χαρακτήρας λέει όχι, ίσως πρέπει να τον ακούσεις.
Όχι πάντα.
Γιατί μερικές φορές ο συγγραφέας ξέρει κάτι που ο χαρακτήρας δεν ξέρει ακόμη. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να υπηρετήσουν την πλοκή, τη δομή, τον ρυθμό. Η συγγραφή δεν είναι χάος.
Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο να καθοδηγείς έναν χαρακτήρα και στο να τον αναγκάζεις.
Και όταν τον αναγκάζεις, το κείμενο το προδίδει.
Το αισθάνεσαι.
Η σκηνή μπορεί να είναι σωστά γραμμένη, αλλά δεν είναι ζωντανή.
Οι λέξεις υπάρχουν, αλλά δεν αναπνέουν.
Ο χαρακτήρας κάνει αυτό που πρέπει να κάνει, αλλά δεν είναι πραγματικά εκεί.
Και τότε επιστρέφεις.
Σβήνεις.
Ξαναγράφεις.
Και τον αφήνεις να μιλήσει.
Ίσως αυτός να είναι τελικά ο ρόλος του συγγραφέα: όχι να ελέγχει απόλυτα τους χαρακτήρες του, αλλά να δημιουργεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούν να υπάρξουν.
Να τους δίνει χώρο.
Να τους παρατηρεί.
Να καταλαβαίνει τις αντιφάσεις τους.
Και να τους αφήνει, κάποιες φορές, να τον εκπλήσσουν.
Γι’ αυτό μου αρέσει που δεν ξεκινώ με ένα τεράστιο σχεδιάγραμμα.
Μου αρέσει αυτό το μικρό χαρτί.
Τα δυο-τρία ονόματα.
Το ένα μέρος.
Η μία αφορμή.
Μου αρέσει που υπάρχει χώρος ανάμεσα σε αυτά τα λίγα στοιχεία.
Γιατί μέσα σε αυτόν τον χώρο μπορεί να συμβεί οτιδήποτε.
Μπορεί να εμφανιστεί ένας άνθρωπος που δεν περίμενα.
Μπορεί μια σχέση να πάρει άλλη κατεύθυνση.
Μπορεί μια μικρή λεπτομέρεια να γίνει το κέντρο ολόκληρης της ιστορίας.
Μπορεί ένα τέλος να αλλάξει.
Και μπορεί, τελικά, η ιστορία να γίνει πολύ διαφορετική από αυτή που είχα αρχικά στο μυαλό μου.
Δεν το θεωρώ αποτυχία του σχεδίου.
Ίσως να είναι η επιτυχία της ιστορίας.
Γιατί όταν οι χαρακτήρες λένε όχι, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ιστορία χάλασε.
Μπορεί να σημαίνει ότι για πρώτη φορά απέκτησε τη δική της ζωή.
Και τότε ο συγγραφέας έχει δύο επιλογές.
Να τους αναγκάσει να υπακούσουν.
Ή να τους ακολουθήσει.
Εγώ θέλω να τους ακολουθώ.
Ακόμη κι αν με πάνε κάπου που δεν είχα σκοπό να πάω.
Ίσως, τελικά, γι’ αυτό γράφουμε.
Όχι μόνο για να πούμε μια ιστορία.
Αλλά για να ανακαλύψουμε ποια ιστορία προσπαθεί πραγματικά να ειπωθεί.
Και κάποιες φορές, για να την ακούσουμε, πρέπει πρώτα να δεχτούμε ένα μικρό, επίμονο:
Όχι.